αηδων

αηδων
    ἀηδών
    -όνος ἥ, редко ὅ
    1) соловей Hom., Hes., Trag., Arst.
    2) певец
    

(Μοισᾶν Eur.)

    ἥ κατ΄ ἀρουραν ἀ. Anth. = ἀκρίς;
    ἀ. ἥ ἐν ἐρίθοις Anth. = κερκίς

    3) песня, стихотворение
    

(Ἀλκμᾶνος ἀηδόνες Anth.)

    4) свирель, флейта
    

(λώτιναι ἀηδόνες Eur.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αηδων" в других словарях:

  • ἀηδών — songstress fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αηδών — Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του Πανδάρεω, γιου του Μέροπα και σύζυγος του βασιλιά Ζήθου, από τον οποίο απέκτησε τον Ίτυλο. Φθονούσε την αδελφή της Νιόβη, που είχε 6 γιους και 6 κόρες, και μια μέρα αποπειράθηκε να σκοτώσει το μεγαλύτερο αγόρι, τον… …   Dictionary of Greek

  • ἀηδῶν — ἀηδέω feel disgust at pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἀηδής distasteful masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀηδόν — ἀηδών songstress fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀηδόνα — ἀηδών songstress fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀηδόνας — ἀηδών songstress fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀηδόνες — ἀηδών songstress fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀηδόνι — ἀηδών songstress fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀηδόνος — ἀηδών songstress fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀηδόσι — ἀηδών songstress fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀηδόσιν — ἀηδών songstress fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»